[α]
Symbol for specific optic rotation.

Medical dictionary. 2011.

Look at other dictionaries:

  • — ἅ̱ , ὁ lentil fem nom sg (doric) ὅς yas neut acc pl ὅς yas neut nom pl ἅ̱ , ὅς yas fem acc dual ἅ̱ , ὅς yas fem nom dual ἅ̱ , ὅς yas fem nom sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • — ἆ , ἆ indeclform (exclam) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Α — Α, α = Alpha …   Die deutsche Rechtschreibung

  • α — Α, α = Alpha …   Die deutsche Rechtschreibung

  • — ἁ̱ , ὁ lentil fem nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • — indeclform (exclam) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Α — Alpha Pour les articles homonymes, voir Alpha (homonymie). Alpha Graphies …   Wikipédia en Français

  • Α — Alpha Aussprache antik [a] modern [a] Entsprechungen lateinisch …   Deutsch Wikipedia

  • α- — a prefix designating (1) the carbon atom adjacent to the principal functional group, e.g., α amino acids, succeeding letters, β, γ, δ, etc., being used to designate succeeding carbon atoms in the chain; (2) the specific… …   Medical dictionary

  • α — (Μαθημ.).To πρώτο αλγεβρικό σύμβολο, που υποδηλώνει γνωστή ποσότητα (ή μέγεθος), κατ’ αντιδιαστολή προς το σύμβολο x, που υποδηλώνει άγνωστο ή ζητούμενο μέγεθος (βλ. Λ. Άλγεβρα, μαθηματικά). * * * (I) και παρατεταμένο αά, άα, ααά, άαα (Α ἆ)… …   Dictionary of Greek

  • Α — Греческий алфавит Α α альфа Β β бета …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”