heterolalia


heterolalia
het·ero·la·lia (het″ər-o-laґle-ə) the uttering of words other than those intended by the speaker; called also heterophasia.

Medical dictionary. 2011.

Look at other dictionaries:

  • heterophasia — het·ero·pha·sia (het″ər o faґzhə) heterolalia …   Medical dictionary

  • ετερολαλία — η ανωμαλία κατά την ομιλία κατά την οποία άλλο θέλει κάποιος να πει και άλλο λέει. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. heterolalia < hetero (πρβλ. ετερο *) + lalia (πρβλ. λαλιά)] …   Dictionary of Greek